γιαχνί


γιαχνί
[яхни] ουσ. о. рагу

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γιαχνί" в других словарях:

  • γιαχνί — το (λ. τουρκ.), τρόπος μαγειρέματος ορισμένων φαγητών με κρεμμύδι τσιγαρισμένο σε λάδι: Θα μαγειρέψω φασόλια γιαχνί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γιαχνί — τρόπος μαγειρέματος κρέατος, λαχανικών ή οσπρίων με κρεμμύδι τσιγαρισμένο μέσα σε λάδι, μυρωδικά και σάλτσα ντομάτας. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. yahni] …   Dictionary of Greek

  • Yahni — or yakhni is a class of foods found from Greece to India.In Persian cuisine, it is a kind of soup or stock, often served over pilaf.In Greek (γιαχνί) and Turkish (yahni) cuisine, it is a stew of meat, fish, or vegetables in a browned onion base… …   Wikipedia

  • γιαχνίζω — μαγειρεύω γιαχνί …   Dictionary of Greek

  • γιαχνιστός — ή, ό (για φαγητά) αυτός που μαγειρεύτηκε γιαχνί …   Dictionary of Greek

  • iahnie — IAHNÍE, iahnii, s.f. Fel de mâncare scăzută, preparată din legume (mai ales din fasole boabe), din peşte sau din carne. [var.: iacníe, ii s.f.] – Din tc. yahni, bg. iahnija. Trimis de gall, 13.09.2007. Sursa: DEX 98  iahníe s.f., art. iahnía …   Dicționar Român

  • γιαχνίζω — γιάχνισα, γιαχνίστηκα, γιαχνισμένος, φτιάχνω φαγητό γιαχνί: Γιαχνίζω κρέας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γιαχνιστός — ή, ό ο μαγειρεμένος γιαχνί: Μου αρέσουν πολύ οι γιαχνιστές πατάτες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)